Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Αναμνήσεις ενός Ιππότη.

     Το πρώτο σοβαρό με πολλές έννοιες διήγημα που έγραψα. Γράφτηκε για ένα διαγωνισμό/παιχνίδι το 2010 με θέμα "Διακοπές", αλλά βγήκε τελευταίο στην ψηφοφορία, αν και απέσπασε κάποιες καλές κριτικές. Έκτοτε πρόσθεσα πράγματα και διόρθωσα κάποια άλλα. Από αυτό, όπως θα έχετε καταλάβει, πήρε και το όνομά του το μπλογκ. Μπορεί να μη θεωρείται πλέον ούτε κατά διάνοια το καλύτερο δείγμα γραφής μου, αλλά παραμένει πρώτο στην καρδιά μου. Ελπίζω να σας αρέσει.

~ ~ ~

     Το όνομά μου είναι Πιότρ Λέζινκ. Είμαι ο ενδέκατος Μέγας Στρατηγός του Τάγματος της Γαλάζιας Φλόγας, ενός ιπποτικού τάγματος που έχει ως στόχο την προστασία των άμαχων από κάθε λογής πλάσματα που θέλουν το κακό τους. Σε αυτό το καταραμένο μέρος της βασιλικής επικράτειας ακόμα και ο πιο απλός παιδικός εφιάλτης μπορεί να πάρει σάρκα και οστά. Για αυτό το λόγο αποφάσισα από τα πρώτα μου χρόνια ως μέλος του τάγματος να φύγω από την πρωτεύουσα όπου ήταν το σπίτι και η οικογένειά μου και να έρθω εδώ εθελοντικά για να βοηθήσω όσους ζούσαν καθημερινά το φόβο της πιθανής επίθεσης των τεράτων.

     Η τελευταία μου μάχη ήταν εναντίον ενός σκοτεινού και τριχωτού πλάσματος με έξι πόδια, τέσσερα μάτια και δαγκάνες ποτισμένες με οξύ που απειλούσε μια φτωχή οικογένεια ξυλοκόπων που ζούσαν στις παρυφές του δάσους. Η μάχη ήταν σκληρή γιατί ήταν ευκίνητο, αλλά κατάφερα να το νικήσω. Δυστυχώς, την ώρα που το κάρφωνα με το σπαθί μου για να το αποτελειώσω, κατάφερε με ένα ύπουλο χτύπημα να με πετύχει στη σπονδυλική στήλη. Παρά τρίχα γλύτωσα το θάνατο, έμεινα όμως παράλυτος.
     Αυτό συνέβη μέσα στην καρδιά του χειμώνα, μερικές μέρες μετά την αλλαγή του χρόνου, σύμφωνα με τα αρχαία ημερολόγια των άστρων, τα οποία μας έχουν κληροδοτηθεί από τους ένδοξους προγόνους μας. Οι σύντροφοί μου με βρήκαν πεσμένο μέσα σε μια λιμνούλα δημιουργημένη από το αίμα του τέρατος που κειτόταν δίπλα μου. Έδεσαν πρόχειρα τις πληγές μου και με πήραν πίσω στο κάστρο του Λυκόφωτος, που ήταν η βάση μας στην περιοχή.
     Οι εποχές πέρασαν, αφήνοντας η καθεμιά το στίγμα της, καμία όμως δεν κατάφερε να με επηρεάσει όσο το καλοκαίρι. Συνέχεια ήμουν μέσα στον πόνο. Το κρύο δεν βοηθούσε την κατάσταση, αντίθετα τον αύξανε.  Με τη ζέστη του καλοκαιριού ηρέμισα κάπως. Πέρασε και η δύσκολη φάση του τραύματος και τον πόνο αντικατέστησε μια αίσθηση μουδιάσματος. 
     Μέσα στη ζέστη, ανακατεμένη με μυρωδιά φρεσκοκομμένων φρούτων, είχα το χρόνο και τη θέληση να ασχοληθώ με διαφορετικά θέματα από τον πόνο. Μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια. Το αυστηρό πρόσωπο του πατέρα μου όταν το έσκαγα από το βαρετό μάθημα του γέρο δασκάλου μου, το καλοσυνάτο χαμόγελο της μητέρας μου όταν τη βοηθούσα με διάφορες δουλειές, τα παιδικά καυγαδάκια με την αδερφή μου… Η ονειροπόλησή μου διακόπηκε από το φύσημα του βοριά από το δάσος του Λύκου που έφερνε μαζί του τη φρεσκάδα των πεύκων και τη μυρωδιά της λίμνης που βρισκόταν στο κέντρο του δάσους. Αυτές οι συγκεχυμένες μυρωδιές μου έφεραν στο νου ένα αλλοτινό καλοκαίρι. Ένα καλοκαίρι που έμελλε να αλλάξει τη ζωή μου για πάντα.
     Όπως κάθε χρόνο στις αρχές του καλοκαιριού, όταν άρχιζε να ανεβαίνει πολύ η θερμοκρασία, αποφασίσαμε να πάμε στο εξοχικό μας στο Δάσος της Πέτρας, δίπλα στη λίμνη. Εκεί είχε πολύ δροσιά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, είχε και καθαρό αέρα σε αντίθεση με την πρωτεύουσα του βασιλείου, στην οποία κατοικούσαμε, οπότε δεν ήταν δύσκολο να πείσουμε τον πατέρα.
     Φορτώσαμε ένα κάρο με κάθε λογής πράγματα, από ρούχα μέχρι τρόφιμα, και με τον πατέρα οδηγό, ξεκινήσαμε τη διαδρομή προς το δάσος. Πάντα απολάμβανα το ταξίδι στον επαρχιακό πλακόστρωτο δρόμο. Στη δεξιά πλευρά του δρόμου και παράλληλα με αυτόν εκτεινόταν το Δάσος της Πέτρας. Στην αριστερή πλευρά έβλεπες πεδιάδες μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Μόνο στον ορίζοντα κάποιος με πολύ εξασκημένα μάτια θα μπορούσε να διακρίνει μια σκούρα γραμμή, τα Όρη των Γιγάντων όπου, σύμφωνα με τις ηλικιωμένες κυρούλες που σύχναζαν στα παραγώνια των ταβερνών και γνώριζαν τους μύθους και τις δοξασίες του λαού, ζούσαν Γίγαντες μέχρι που ένας μακρινός πρόγονος του ένδοξου Βασιλιά μας τους νίκησε σε μάχη και πρόσθεσε τις κατοικίες του στην αυξανόμενη επικράτειά του. Είχαν ακουστεί ιστορίες για κάθε λογής τέρατα σε μακρινά μέρη του, αλλά στην καρδιά του βασιλείου που ζούσαμε δεν είχαμε ποτέ δει κάποιο.
     Η διαδρομή κάτω από τον καυτό ήλιο ήταν το μόνο μειονέκτημα, αλλά ήταν αρκετή για να πείσει τον πατέρα να πιέσει τα άλογα να ξεκινήσουν ένα αργό καλπασμό ώστε να φτάσουμε στο σταυροδρόμι όσο πιο γρήγορα γίνεται. Μια ώρα μετά την αναχώρησή μας από την πόλη φτάσαμε στο σταυροδρόμι. Εκεί πήραμε το μονοπάτι που οδηγούσε βαθύτερα στο δάσος. Όταν βρεθήκαμε κάτω από τη δροσερή σκιά των δέντρων, χαλαρώσαμε και συνεχίσαμε το ταξίδι μας με πιο αργό ρυθμό, απολαμβάνοντας το υπόλοιπο της διαδρομής. Ενώ πλησιάζαμε προς το εξοχικό περάσαμε μπροστά από τη λίμνη.
     Οι ηλιαχτίδες που περνούσαν από τα φυλλώματα των δέντρων έπεφταν πάνω στα κρυστάλλινα νερά της και έδιναν την εντύπωση πως υπήρχε μια τεράστια πηγή φωτός μέσα στη λίμνη που την έκανε να γυαλίζει. Στο κέντρο της υψωνόταν ένας πελώριος βράχος γεμάτος βρύα, από τον οποίο πήρε το όνομά του το δάσος. Το θέαμα αυτό χάθηκε από τα μάτια μας όταν στρίψαμε πίσω από ένα λοφίσκο και βρεθήκαμε μπροστά στο εξοχικό μας.
     Το κτήριο ήταν ένα μεγάλο σπίτι με πολλά δωμάτια, αντάξιο μιας πλούσιας οικογένειας όπως η δική μας. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε κρεμ χρώμα αν και καλύπτονταν από κισσό, τον οποίο ο πατέρας δεν ήθελε να βγάλουμε γιατί έδινε μια πιο φυσική νότα στην αισθητική του σπιτιού, τουλάχιστον αυτός το υποστήριζε παθιασμένα. Η αδερφή μου και εγώ παρακαλέσαμε τους γονείς μας να πάμε στη λίμνη. Ο πατέρας κατσούφιασε καθώς δεν ήθελε να «δημιουργούμε φασαρίες» όπως συνήθιζε να λέει, αλλά μετά από επέμβαση της μητέρας μας έδωσε την έγκρισή του. Εμείς χαρούμενοι κατεβήκαμε από το κάρο και τρέξαμε στη λίμνη.
     Μόλις στρίψαμε από το λοφίσκο και είδαμε τη λίμνη μείναμε στη θέση μας και αγναντέψαμε τη θέα. Έκλεισα τα μάτια και απόλαυσα το δροσερό αεράκι που χτυπούσε το πρόσωπό μου και κουβαλούσε μαζί του μυρωδιά δάσους και σταγόνες από τη λίμνη. Έμεινα σε αυτή τη στάση για μερικές ευχάριστες στιγμές μέχρι που με σκούντησε η αδερφή μου και μου είπε επίμονα να πάμε στη λίμνη. Τρέξαμε μαζί μέχρι τη λίμνη.
     Η αδερφή μου κατάφερε να με νικήσει, όπως συνέβαινε συνήθως σε τέτοιου είδους αγώνες, καθώς ήταν μεγαλύτερη και ψηλότερη από εμένα. Όταν έτρεχε τα ξανθά μαλλιά της κυμάτιζαν από πίσω της και έλαμπαν στο φως του ήλιου σαν γυαλιστερό χρυσάφι, πραγματικά ένα υπέροχο θέαμα. Δεν ήταν τυχαίο πως στην πόλη είχε πολλούς θαυμαστές.
     Στη λίμνη βρήκαμε μερικά παιδιά από το διπλανό χωριό το οποίο βρισκόταν λίγο πιο έξω από το δάσος, κοντά στο σταυροδρόμι. Ήταν δυο αγόρια και ένα κορίτσι. Το μεγαλύτερο σε ηλικία αγόρι ήταν συνομήλικο με την αδερφή μου και το λέγανε Ρομαρίκ. Είχε καστανά μαλλιά και μια υποψία γενειάδας και ήταν πολύ εριστικό άτομο. Το άλλο παιδί το λέγανε Λεχ και ήταν στην ηλικία μου. Είχε εβένινα μαλλιά και ήταν πολύ καλός και συμπαθητικός. Ήταν ερωτευμένος με την αδερφή μου κάτι που προκαλούσε ένα έντονο κοκκίνισμα όποτε του μιλούσε. Τέλος, ήταν μια μικρή καστανομάλλα κοπέλα, μικρότερη σε ηλικία από όλους μας. Τη λέγανε Πολίνα και ήταν η μικρή αδερφή του Ρομαρίκ.
     Ο Ρομαρίκ και ο Λεχ ήταν καθισμένοι σε ένα βράχο στην όχθη της λίμνης. Η Πολίνα ήταν μέσα στη λίμνη και κολυμπούσε. Πλησιάσαμε και χαιρετίσαμε τα αγόρια. Ο Ρομαρίκ μας καλωσόρισε με ένα κοφτό νεύμα του κεφαλιού. Ο Λεχ μου χαμογέλασε και πήγε να με χαιρετίσει, αλλά μόλις είδε την αδερφή μου κοκκίνισε, γύρισε από την άλλη πλευρά και μουρμούρισε ένα χαιρετισμό.
     Η Πολίνα γύρισε προς το μέρος μας και μας φώναξε να βουτήξουμε. Η αδερφή μου της ανταπέδωσε το χαιρετισμό και ετοιμάστηκε να βουτήξει. Εγώ έπιασα την κουβέντα με το Ρομαρίκ. Μου είπε προς πριν μερικούς μήνες είχαν έρθει τρεις νέοι ιππότες του Τάγματος για να επανδρώσουν το εγκαταλελειμμένο φυλάκιό τους μέσα στο χωριό καθώς είχαν ακουστεί ιστορίες για τη θέαση τεράτων κοντά στην πρωτεύουσα.
     Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα πλατσούρισμα. Γυρίσαμε και είδαμε κύκλους να ρυτιδώνουν την επιφάνεια της λίμνης με κέντρο το σημείο που βρισκόταν η Πολίνα. Δεν ανησυχήσαμε, συνήθιζε να κάνει βουτιές μέσα στη λίμνη και να βγαίνει λίγες στιγμές αργότερα. Οι στιγμές περνούσαν αλλά δεν έβγαινε. Ανέφερα το γεγονός στο Ρομαρίκ, επαινώντας το επίτευγμα της Πολίνα που μπορούσε να κρατά την αναπνοή της περισσότερο από το συνηθισμένο.
    Εκείνος γούρλωσε τα μάτια και μπήκε μέχρι τη μέση στο νερό προσπαθώντας να πλησιάσει την αδερφή του. Μια κόκκινη κηλίδα άρχισε να σχηματίζεται σιγά σιγά στο σημείο που είχε βουλιάξει η Πολίνα. Τρομοκρατηθήκαμε. Ξαφνικά κάτι άρχισε να βγαίνει από το νερό. Ήταν ένα πλάσμα πέρα από κάθε φαντασία, σαν να βγήκε από το χειρότερο εφιάλτη. Ήταν ένα ψιλόλιγνο πλάσμα που θύμιζε άνθρωπο, μόνο που είχε πράσινο δέρμα με φύκια κολλημένα κατά τόπους στο σώμα του και ανέδιδε μυρωδιά ψοφιμιού. Στο στόμα του είχε ρυάκια αίματος. Το πιο τρομακτικό πάνω του ήταν τα κατακόκκινα μάτια του σε μέγεθος γροθιάς που δεν πρόδιδαν κανένα συναίσθημα.
     Η αδερφή μου ούρλιαξε από τον τρόμο. Ο Ρομαρίκ άρχισε να τρέχει προς το μέρος μας με το πλάσμα στο κατόπι του. Σήκωσε τα χέρια του ενώ ταυτόχρονα πηδούσε προς το βράχο που καθόμασταν. Τον έπιασα και τον τράβηξα προς το μέρος μας. Μετά όλοι μαζί αρχίσαμε να τρέχουμε έντρομοι προς το χωριό ελπίζοντας να καταφέρουμε να ξεφύγουμε. Ο Ρομαρίκ έκλαιγε ενώ έτρεχε και ψιθύριζε το όνομα της αδερφής του.
     Το πλάσμα όμως ήταν πολύ ευκίνητο και όλο και μας πλησίαζε. Η αδερφή μου σκόνταψε σε μια πέτρα και έπεσε κάτω. Εγώ, δρώντας περισσότερο από ένστικτο και αντίθετα σε κάθε κοινή λογική, στάθηκα με ανοιχτά χέρια ανάμεσα στην αδερφή μου και στο πλάσμα. Εκείνο με πλησίασε και σήκωσε το χέρι με τα γαμψά νύχια για να με χτυπήσει. Έκλεισα τα μάτια από το φόβο μου και ευχήθηκα να καταφέρω να σωθώ.
     Το επόμενο πράγμα που άκουσα ήταν μια πολεμική κραυγή από μια μπάσα φωνή και κάτι να με σπρώχνει και να με ρίχνει στο έδαφος. Άνοιξα τα μάτια και είδα έναν ιππότη να ανταλλάζει χτυπήματα με το τέρας, αυτό προσπαθούσε να τον πετύχει με τα νύχια του και εκείνος με το σπαθί του. Ήταν ένας άντρας μεσαίου μεγέθους, με φαρδιές πλάτες και κοντοκουρεμένο μαύρο μαλλί. Φορούσε μπότες από μαύρο δέρμα, αλυσιδωτό θώρακα που είχε μπροστά ύφασμα με το έμβλημα του Τάγματος της Γαλάζιας Φλόγας και είχε στην πλάτη του μια πορφυρή κάπα. Στα χέρια του κρατούσε ένα σπαθί με χάλκινη λαβή και μακριά λεπίδα.
     Χωρίς να πάρει τα μάτια του από το τέρας, μας φώναξε να απομακρυνθούμε. Αρχίσαμε να τρέχουμε ενώ ακούγονταν οι ήχοι της μάχης. Εγώ γύρισα και κοίταξα πίσω. Είχα εντυπωσιαστεί από την αυταπάρνηση του ιππότη. Από τη στιγμή που τον είδα, αποφάσισα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Έχοντας νιώσει την αγωνία κάποιου που πρόκειται να πεθάνει, ήθελα να γίνω ιππότης ώστε να γλυτώσω όσα άτομα βρεθούν ποτέ στη θέση μου. Με θάρρος όπως ο σωτήρας μου. Θα άφηνα την οικογένειά μου για να γίνω μέλος του τάγματος. Θα απαρνιόμουν τα πλούτη και τις ανέσεις που θα μου παρείχαν η κοινωνική μου θέση και ο πλούτος που θα κληρονομούσα από το πατέρα μου ώστε να καταφέρω να εκπληρώσω αυτό τον ιερό σκοπό.
     Τη στιγμή που θα κατάφερνε το τελειωτικό χτύπημα άνοιξα τα μάτια. Είχε σκοτεινιάσει. Είχα βρεθεί πάλι στο δωμάτιό μου, μόνο που η μέρα είχε περάσει. Ούτε που κατάλαβα πότε με είχε πάρει ο ύπνος. Το μόνο που ένιωθα ήταν κούραση. Μια αίσθηση υπνηλίας είχε αρχίσει να με καταβάλει.
     Ανοιγόκλεισα τα μάτια, κατάπια βαθιά προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω το αυτονόητο. Είναι φυσική η αντίδραση του ανθρώπου στο άγνωστο, αποτελεί μέρος της ύπαρξής του. Παρά την αγωνία μου, επικράτησε η κούραση που ένιωθα. Για το μόνο που ένιωθα θλίψη ήταν πως δεν μπορούσα να βοηθήσω όσους επρόκειτο να βρεθούν σε κίνδυνο. Αυτό είναι δουλειά της επόμενης γενιάς. Η δικιά μου δουλειά τελείωσε. Το μόνο που θέλω είναι να κοιμηθώ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου